η εξομολογηση

  •  Ο παπάς του χωριού εξομολογούσε μια ετοιμοθάνατη ηλικιωμένη χήρα στο κρεβάτι της.
  • -Πάτερ,του ψιθύρισε με κόπο η γυναίκα,όταν έσκυψε πάνω απ΄το κεφάλι της …αμάρτησα..αμάρτησα βαριά..
  • Ο παπάς,νέος ακόμα,τετράγωνος,έτριψε αμήχανα τα γένια του
  • -Μα… τι’ναι αυτά που λες,κόρη μου; Εσυ; σε ξέρω χρόνια.Ερχόσουν στην εκκλησία, βοηθούσες τους φτωχούς,ανέστησες παιδιά,εγγόνια..
  • Η γριά βόγκηξε με πόνο
  • -Ναι, πάτερ μου,τα ξέρω…όμως… αμάρτησα, σου λέω..
  • Ο παπάς έσκυψε αποφασιστικά προς το μέρος της
  • -Μίλα, τέκνο μου…μην το πάρεις μαζί σου…μίλα!
  • Ένα τρελλό βλέμμα σπίθισε στα μάτια της
  • -Πάτερ μου..δεν χόρτασα,αναστέναξε
  • Ο παπάς γέλασε ψεύτικα
  • -Την ζωή;μα δεν χορταίνεται,καλή μου
  • -Ποιά ζωή; Το πήδημα δεν χόρτασα
  • Ο ιερέας τινάχτηκε
  • -Μα τι’ναι αυτά που λες κυρά-Βαγγελιώ μου;σε καλό σου..
  • Η γυναίκα σκούπισε ένα δάκρυ
  • -Αχ παπά μου..ο μακαρίτης..πριν τριάντα χρόνια σταμάτησε το..το αυτό…κάπνιζε, έπινε..δεν.. αλλά κι όταν μου το’κανε, έπεφτε πάνω μου σαν ζώο,ούτε ρώταγε,ούτε τίποτα…
  • -Περασμένα ξεχασμένα, καλή μου….τι τα θες..
  • -Το κορμί μου όμως δεν χάρηκε….μαράζωσε, σου λέω
  • -Έλα να προσευχηθούμε τώρα στον Δημιουργό μας,κόρη μου
  • -Παπά μου..προσευχήσου πιο καλά οι εγγόνες μου..να δουν χαρά στα σκέλια τους… άνθρωπος αγάμητος,ξύλο απελέκητο,δεν λέγαμε σχολείο;
  • Ο παπάς αγρίεψε
  • -Κυρα-Βαγγελιώ..δε μου λες..μήπως σου ‘δοσε τίποτα χάπια αυτός ο εγγονός σου; αυτό το διαολόπαιδο, ο Αθηναίος;
  • -Μην τον λες έτσι,παπά μου…αυτός μόνο με σπλαχνίστηκε,να’ναι καλά..αυτός μου’φερε(η γριά κόμπιασε) ε…μου’φερε αυτό…αυτό…
  • -Ποιό,Χριστιανή μου;
  • -Το.. το εργαλείο,παπά μου!..αυτό με την μπαταρία…
  • -Καλά,καλά φτάνει,είπε βιαστικά ο παπάς..ώρα να μεταλάβεις..κάθε πράγμα στον καιρό του..
  • (αληθινή ιστορία..)